Feastday of Saints Constantine and Helen in Sydney

Feastday of Saints Constantine and Helen in Sydney

On Thursday 21st May, the day that our Church honours the memory of St Constantine and his mother St Helen, who are equal to the Apostles, His Eminence Archbishop Makarios of Australia officiated at the celebrating Holy Church at Newtown, Sydney. The Divine Liturgy was served with only a limited number of faithful, according with regulations to prevent the spread of the Coronavirus.

Addressing the congregation, His Eminence Archbishop Makarios first expressed his regret for the fact that, due to the special conditions imposed by the pandemic, it was not possible for the parish to celebrate in the same manner as in previous years and as desired by the clergy and the faithful. He pointed out, however, that it is significant for the Divine Liturgy to be performed in memory of the saints and reminded the people that, throughout the previous period, the churches in Australia celebrated the Divine Liturgies and all the holy Services as was required.

His Eminence noted that it would take not hours but days to recount the lives and works of Saints Constantine and Helen and, therefore, focused mainly on the invaluable, as he described it, contribution of St Constantine the Great to humanity. Emphasising that this was not an exaggeration, he cited some aspects that St Constantine the Great established that he characterised as being “unique”, and which were preserved to this day.

First, His Eminence recalled that St Constantine was the first to legislate Sunday as a non-working day. It was a ruling that lasted for seventeen centuries and it was a philosophy, His Eminence explained, that was adopted by the successors of the Byzantine emperors, as well as the leaders of Europe, America, Australia and almost all over the world. “They decided that Sunday would be a holiday. The people will not work; not in order to sin but to spend time worshipping God. This began from St Constantine,” His Eminence pointed out.

Secondly, St Constantine the Great is distinguished as a pioneer in the implementation of policies that supported the institution of the family. An allowance for families with many children, or other forms of assistance for parents, which are common practice in modern states, was first implemented under the rule of St Constantine the Great, His Eminence explained. This decree was in response to two major “wounds” that the Byzantine Empire faced at the time. The first was because parents were poor and could not afford to raise their children, they were often forced to sell them. The other wound was abortion. With his pioneering policy, St Constantine the Great managed to provide families with the necessary means to be able to have children and to raise them.

His Eminence Archbishop Makarios couldn’t not refer to the well-known Edict of Milan with which the persecution against Christians ended. His Eminence spoke of “the fragrance of freedom” and “the fragrance of spiritual liberty” and characteristically said, “the world breathed easily. Mankind breathed freely.” He explained that the Edict of Milan proclaimed that every person was free to believe and worship the God they wanted, in the manner they wanted as long as he did not harm his neighbour – something that is not self-evident even in our days. His Eminence said that, “It was the first decree regarding freedom of human rights. Since then, humanity and governments constantly speak about human rights. But what St Constantine the Great achieved, no government or any other world leader has been able to do.”

Naturally, when speaking about the life and works of St Constantine the Great, we mentally travel to the Queen of cities which he founded. “St Constantine the Great had vision and, at that time, he did not act on his own but was guided by the grace of God and the Holy Spirit,” His Eminence said emphatically. He described the historic role played by the City and the Ecumenical Patriarchate for the Orthodox Church, likening it to the heart that feeds the rest of the body with blood. “The Patriarchate and the Patriarch of Constantinople are like the heart that gives blood and sends power to the whole world,” and added that “the heart of Orthodoxy, then, is in Constantinople.”

Moreover, His Eminence reminded the faithful that St Constantine the Great not only founded a city but, as he distinguished, “he built it in a Christ-like manner”. He explained that each roof of all the public buildings was decorated with a cross, noting that, “if we lived at that time, we would believe that every corner was full of churches.”

In conclusion, His Eminence referred to the decision of St Constantine the Great to abolish the worship of the emperor as God on earth, and to the fact of his baptism. As for the first, His Eminence clarified that this is a decision that requires one to be truly spiritual and faithful. “And I say this,” he said, “because all of us who do not have the power of the emperor still want to be honoured. In a family environment, we want our own will to be done; we want to impose on others what we believe. And if someone reproaches us or makes a negative comment, we immediately become depressed. This is because we have learned and believe that we are something and we want others to honour us. So, Emperor Constantine today imparts an important message to us. He was the first to be freed; he abolished the honours that were given to him.”

A similar message is given to us with St Constantine’s baptism where, in front of his people, the saint took off his imperial robe and sought forgiveness in order to receive the blessing and become an official member of the Orthodox Church. “This sounds easy to us, but it is not easy for someone in power to overcome themselves in such a manner,” His Eminence observed. Before concluding his speech, His Eminence Archbishop Makarios warmly referred to the Parish Priest of Saints Constantine and Helen, Father Nektarios Zorbalas, thanking him for the truly unique work that he performs. “I pray for God to grant him strength and health,” he said, “and to be here for many years so that we have the blessing of his presence but also his contribution, which is an offering that is very unique.”


Η εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Σύδνεϋ

Την Πέμπτη, 21 Μαΐου, ημέρα που η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Ισαποστόλων Αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, Αγίας Ελένης, ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ.κ. Μακάριος ιερούργησε στον  φερώνυμο εορτάζοντα Ιερό Ναό, στο προάστιο Newtown του Σύδνεϋ. Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε ενώπιον περιορισμένου αριθμού πιστών, συμφώνως με τους κανόνες αποτροπής της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού.

Απευθυνόμενος στο εκκλησίασμα, ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Μακάριος καταρχάς εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι, εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών της πανδημίας, δεν ήταν εφικτό η ενορία να γιορτάσει όπως τα προηγούμενα χρόνια και όπως θα επιθυμούσαν ο κλήρος και οι πιστοί. Επισήμανε, ωστόσο, ότι το σημαντικότερο είναι να τελείται η Θεία Λειτουργία στις μνήμες των Αγίων, υπενθυμίζοντας ότι καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα τελούνταν κανονικά οι Θείες Λειτουργίες και όλες οι Ιερές Ακολουθίες στις εκκλησίες της Αυστραλίας.

Ακολούθως, ο Αρχιεπίσκοπος, σημειώνοντας εξαρχής ότι θα χρειάζονταν όχι ώρες, αλλά ημέρες, για να περιγράψει κανείς τους βίους και τα έργα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, επικέντρωσε κυρίως στην ανεκτίμητη, όπως τη χαρακτήρισε, προσφορά του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην ανθρωπότητα. Υπογραμμίζοντας ότι δεν αποτελεί υπερβολή η παραπάνω διαπίστωση, παρέθεσε ορισμένες τομές, ορισμένες «μοναδικότητες», όπως τις χαρακτήρισε, τις οποίες είχε θεσπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος και διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Κατά πρώτον, υπενθύμισε πως εκείνος πρώτος θέσπισε νομοθετικά την αργία της Κυριακής. Είναι μια τομή, που κράτησε για δεκαεπτά αιώνες, όπως παρατήρησε ο Σεβασμιώτατος, επισημαίνοντας ότι τη φιλοσοφία του Μεγάλου Κωνσταντίνου υιοθέτησαν και οι διάδοχοί του αυτοκράτορες του Βυζαντίου, καθώς και οι  ηγεσίες στην Ευρώπη, την Αμερική, την Αυστραλία και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. «Αποφάσισαν ότι η Κυριακή θα είναι ημέρα κατά την οποία θα υπάρχει αργία. Οι άνθρωποι θα αργούν, όχι για να κάνουν την αμαρτία, αλλά για να λατρεύουν τον Θεό. Αυτό, λοιπόν, ξεκίνησε από τον Μέγα Κωνσταντίνο», τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος.

Κατά δεύτερον, ο Μέγας Κωνσταντίνος διακρίνεται ως πρωτοπόρος στην εφαρμογή πολιτικών στήριξης του θεσμού της οικογένειας. Το επίδομα πολυτέκνων ή άλλες μορφές βοήθειας προς τις μητέρες, που στα σύγχρονα κράτη αποτελούν συνήθεις πρακτικές, έτυχαν εφαρμογής για πρώτη φορά στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως εξήγησε ο Σεβασμιώτατος. Η τομή αυτή απαντούσε σε δύο μεγάλες «πληγές», που αντιμετώπιζε τότε η Αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Η μία πληγή συνίστατο στο γεγονός ότι, επειδή οι γονείς ήταν φτωχοί και δεν μπορούσαν να θρέψουν τα παιδιά τους, πολλές φορές αναγκάζονταν να τα πουλήσουν. Η άλλη πληγή ήταν οι εκτρώσεις. Με την πρωτοπόρα πολιτική του, ο Μέγας Κωνσταντίνος κατάφερε να παράσχει τα απαραίτητα εφόδια στις οικογένειες, ώστε να καταφέρουν να κάνουν παιδιά και να τα μεγαλώσουν.

Ο Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Μακάριος δε θα μπορούσε να μην αναφερθεί στο γνωστό σε όλους μας Διάταγμα των Μεδιολάνων, με το οποίο σταμάτησαν οι διωγμοί κατά των Χριστιανών. Ο Σεβασμιώτατος έκανε λόγο για «ευωδία ελευθερίας» και «ευωδία πνευματικής ανέσεως» και σημείωσε χαρακτηριστικά: «Ανέπνευσε ο κόσμος. Ανέπνευσε η ανθρωπότητα». Εξήγησε δε πως το Διάταγμα των Μεδιολάνων προέβλεπε ότι κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστέψει και να λατρέψει τον Θεό που θέλει, με τον τρόπο τον οποίο θέλει, αρκεί να μη βλάπτει τον πλησίον του – κάτι που δεν είναι αυτονόητο ούτε στις μέρες μας. «Ήταν το πρώτο διάταγμα για την ελευθερία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», διέκρινε και επισήμανε: «Από τότε η ανθρωπότητα και οι κυβερνήσεις μιλούν συνέχεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά αυτό που έκανε ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν κατάφερε να το κάνει καμία κυβέρνηση και κανένας πρωθυπουργός».

Φυσικά, μιλώντας κανείς για τη ζωή και το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δε θα μπορούσε παρά να ταξιδέψει νοερά στη Βασιλεύουσα, την πόλη των πόλεων, που εκείνος ίδρυσε. «Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε τον οραματισμό και, αν θέλετε, εκείνη την ώρα δεν ενεργούσε αφ’ εαυτού του, αλλά καθοδηγούμενος από τη χάρη του Θεού και του Αγίου Πνεύματος», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Μακάριος. Περιέγραψε δε τον ιστορικό ρόλο που διαδραμάτισε η Πόλη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, παρομοιάζοντάς τα με την καρδιά που τροφοδοτεί με αίμα το υπόλοιπο σώμα. «Το Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι η καρδιά που δίνει το αίμα και στέλνει τη δύναμη σε όλον τον κόσμο», υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, προσθέτοντας ότι «η καρδιά της Ορθοδοξίας, λοιπόν, είναι στην Κωνσταντινούπολη».

Επιπλέον, ο Σεβασμιώτατος υπενθύμισε πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν ίδρυσε απλώς μία πόλη, αλλά, όπως διέκρινε, «την έφτιαξε και χριστοπρεπώς». Εξήγησε ότι κάθε σκεπή, σε όλα τα δημόσια κτίρια, κοσμούταν με έναν σταυρό, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «αν ζούσαμε την εποχή εκείνη, θα πιστεύαμε οτι κάθε γωνιά ήταν γεμάτη από εκκλησίες».

Καταληκτικά, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην απόφαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου να καταργήσει τη λατρεία του αυτοκράτορα ως επί γης Θεού, καθώς και στο γεγονός της βάπτισής του. Για το πρώτο, ο Σεβασμιώτατος διέκρινε ότι πρόκειται για μια απόφαση που προϋποθέτει κάποιος να είναι πραγματικά πνευματικός και πιστός. «Και το λέω αυτό», επισήμανε, «διότι όλοι εμείς που δεν έχουμε την εξουσία του αυτοκράτορα, θέλουμε να μας τιμούν, θέλουμε μέσα στην οικογένεια να γίνεται το δικό μας, θέλουμε να επιβάλλουμε στους άλλους αυτό που πιστεύουμε. Κι αν κάποιος μας ελέγξει ή μας πει έναν λόγο αρνητικό, αμέσως μας πιάνει κατάθλιψη. Κι αυτό διότι έχουμε μάθει και πιστεύουμε ότι κάτι είμαστε. Και θέλουμε οι άλλοι να μας αποδίδουν την τιμή. Έρχεται, λοιπόν, ο αυτοκράτορας, ο Μεγάλος Κωνσταντίνος, να μας δώσει σήμερα ένα μεγάλο μήνυμα, να μας πει ότι αυτός πρώτος απηλλάγη, κατήργησε τις τιμές που απευθύνονταν προς το πρόσωπό του».

Παρόμοιο μήνυμα απορρέει και από το γεγονός της βάπτισης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπου ενώπιον του λαού του έβγαλε τον αυτοκρατορικό χιτώνα και ζήτησε συγνώμη, για να λάβει την ευλογία και να γίνει επίσημα μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. «Αυτό μας ακούγεται εύκολο, αλλά δεν είναι εύκολο για κάποιον που έχει εξουσία, να ξεπεράσει τον εαυτό του», παρατήρησε ο Σεβασμιώτατος.

Προτού ολοκληρώσει την ομιλία του, Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Μακάριος αναφέρθηκε με θερμά λόγια στον ιερατικώς προϊστάμενο του Ιερού Ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, πατέρα Νεκτάριο Ζορμπαλά, ευχαριστώντας τον για το πραγματικά μοναδικό έργο που επιτελεί. «Παρακαλώ τον Θεό να του δίνει δύναμη και υγεία», σημείωσε μεταξύ άλλων, «και να είναι εδώ για πολλά χρόνια, να έχουμε αυτήν την ευλογία της παρουσίας του, αλλά και της προσφοράς του, που είναι μια προσφορά απολύτως μοναδική».






Comments are closed.