View in

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,

«Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν,

Οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τετατουργούμενον …»

Αὐτή ἡ προτροπή τοῦ Πασχαλινοῦ Κανόνος δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ρητορικό σχῆμα. Εἶναι συνταγή ζωῆς καί συγκεκριμένη δυνατότητα σωτηρίας. Εἶναι ἐπίσης ὁμολογία εὐγνωμοσύνης πρός τόν ἐκ Τάφου προερχόμενον Χριστόν, πού κατέλυσε τίς ὀδύνες τοῦ Ἅδου καί τοῦ Θανάτου.

«Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν». Διψοῦμε οἱ ἄνθρωποι δικαιοσύνη καί χαρά. Διψοῦμε συγχώρηση, φῶς καί ἀγάπη. Διψοῦμε ζωή, ἀθανασία καί αἰωνιότητα. Κανένα ἴσως δημιούργημα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι τόσο ἀπαιτητικό καί τόσο ἀχόρταγο, ὅσο ὁ ἄνθρωπος. Καί κανένα ἐπίσης δημιούργημα τοῦ Θεοῦ δέν αἰσθάνεται τόσο ἔντονα τίς στερήσεις καί τίς ἀνάγκες του, ὅσο πάλι ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό ὁ Θεός καθιστᾶ αὐτό τό δημιούργημα ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῆς προνοίας Του.

Μετά τήν Ἐνανθρώπησή Του, σταυροῦται ὁ Χριστός καί ἀναστήνεται, γιά νά ἐξασφαλίσει στόν ἄνθρωπο λύτρωση καί μακαριότητα.

Ὅλο τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας κατατείνει στό Ποτήριον τῆς Ζωῆς. Ἡ συγκατάβαση τῆς Ἐνανθρωπήσεως κορυφώνεται στήν δόξα τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Καλούμεθα λοιπόν οἱ πιστοί, νά πιοῦμε ἀπό τό αἷμα «τοῦ ἐσφαγμένου ἀρνίου» τῆς Ἀποκαλύψεως.

Ἄν τό αἷμα δέν ἦταν τῆς Καινῆς Διαθήκης, θά ἦταν ἀκόμη τό αἷμα «ταύρων καί τράγων», καί τό πόμα δέν θά ἦταν «καινόν». Κι’ ἄν δέν ἦταν τό αἷμα τοῦ μόνου Ἀναμαρτήτου, δέν θά μποροῦσε νά χαρίσει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, «ὑπέρ ἡμῶν καί πολλῶν ἐκχυνόμενον». Πρέπει πάντως ἰδιαίτερα νά σημειώσουμε ὅτι, προκειμένου νά μᾶς δοθεῖ «ἄφεσις ἁμαρτιῶν καί ζωή αἰώνιος», δέν γίνεται λόγος γιά «βρῶσιν», ἀλλά γιά «πόσιν».

Ἐκεῖνο δηλαδή πού τονίζεται χαρακτηριστικά εἶναι τό «πόμα» τό καινόν, καί ὄχι τό «βρῶμα». Ποιά ἄραγε νά εἶναι ἡ βαθύτερη συμβολική σημασία σ’ αὐτήν τήν χαρακτηριστική λεπτομέρεια; Ἐνῷ εἶναι γνωστόν ὅτι ἡ διατροφή τοῦ ἀνθρώπου γενικά περιλαμβάνει τήν «βρῶσιν καί τήν πόσιν», ἐν τούτοις ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ «πόσις» εἶναι ἡ χαρακτηριστική τροφή τοῦ νηπίου.

Ὁ συμβολισμός, λοιπόν, ἐδῶ εἶναι ὅτι γιά νά ἀξιωθεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γευθεῖ τό πόμα τό καινόν, πρέπει νά «νηπιάσῃ τῇ κακίᾳ». Νά γίνει δηλαδή σάν τό παιδί. Νά πιστέψει σάν τό παιδί, πού τίποτε δέν θεωρεῖ ἀδύνατον, ὅταν γνωρίζει πώς ἔχει πατέρα.

Μέ ἄλλα λόγια, καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά ξαναγεννηθεῖ, ἀκυρώνοντας μέ τήν μετάνοια ὅλη τήν προηγούμενη ἀστοχημένη ζωή του, ὅπως ἀκριβῶς τό ζήτησε ὁ Χριστός ἐπιγραμματικά ἀπό τόν Νικόδημο.

Εἴθε νά ἐλεήσει κι’ ἐμᾶς ὁ Θεός νά ξεπεράσουμε τά ὁποιαδήποτε ἐμπόδια σ’ αὐτήν τήν ἐπώδυνη ἀντίστροφη πορεία. Ὁπότε, πίνοντας τό πόμα τό καινόν, θά μποροῦμε νά ψάλλουμε μπροστά σ’ ὅλους τούς θανάτους καί πάνω ἀπ’ ὅλους τούς τάφους τό «Χ ρ ι σ τ ό ς   Ἀ ν έ σ τ η»!

Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλέστατα,

Χ ρ ι σ τ ό ς   Ἀ ν έ σ τ η !

Διελθόντες καί ἐφέτος τό πέλαγος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καλούμεθα ἅπαντες ὡς φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, νά ὑποδεχθῶμεν τόν ἐκ τοῦ τάφου ὡς Νυμφίον προερχόμενον Χριστόν.

Ὅσαι καί ἄν εἶναι αἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, αἱ ὁποῖαι συσκοτίζουν καί ἀμαυρώνουν τό ἀνθρώπινον πρόσωπον, δέν ἐπιτρέπεται νά ὀλιγοπιστήσωμεν πρό τῆς ζωῆς, διότι τελικῶς ἡ ζωή λυτροῦται ἀπό τόν χορηγόν τῆς ζωῆς. Ὁ Πασχάλιος ἀμνός τοῦ Θεοῦ ἀναμένει νηστεύσαντας καί μή νηστεύσαντας, ἀρκεῖ νά ἀποδεχθοῦν τό Δεῖπνον οἱ ράθυμοι, ὅπως καί οἱ εὐσεβεῖς.

Ὁ ἄνθρωπος καί ὁ κόσμος εἶναι περιουσία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποίαν δέν δύναται νά καταποντίσει τό κράτος τοῦ θανάτου. Ὁσάκις αἰσθανόμεθα νά μᾶς ἐγκαταλείπουν αἱ δυνάμεις μας εἰς τόν καθημερινόν ἀγῶνα, πρέπει νά ἐνθυμούμεθα ὅτι ὑπεράνω τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου μένουν πάντοτε ἀνεξάντλητοι αἱ δυνάμεις τοῦ Θεοῦ διά τόν ἄνθρωπον.

Εἰς τήν προγονική γλῶσσα μας, εἰς τά ἀθάνατα ἔπη τοῦ Ὁμήρου, «φῶς» καί «ἄνθρωπος» εἶναι λέξεις συνώνυμοι. Ἄς πιστεύσωμεν λοιπόν, ἀδελφοί, εἰς τό φῶς. Ἄς ἐργασθῶμεν διά τό φῶς, ὥστε καί τά ἔργα μας νά εἶναι ἐν τῷ φωτί εἰργασμένα.

Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός! Εἰρήνη ὑμῖν! Εἰρήνη πᾶσι!

Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι.

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλέστατα,

Χ ρ ι σ τ ό ς    Ἀ ν έ σ τ η !

Τό πένθος καί οἱ καθαρμοί τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐκορυφώθησαν,
ὅπως κάθε χρόνο, στήν Ἑβδομάδα τῶν Τιμίων Παθῶν τοῦ Θεανθρώπου.”

Ὕστερα, λοιπόν, ἀπ’ αὐτόν τόν ἐξαγνισμόν ἔχομε ἑτοιμασθεῖ γιά νά
ἀκούσωμε καί νά ἐννοήσωμε σωστά τήν προτροπήν τῆς Ἐκκλησίας γιά μιά
ἀνακατάταξη τῶν ἀξιῶν εἰς τήν ζωήν μας :

«Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν,
οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον»!

Αὐτή εἶναι συνοπτικά ἡ προτροπή τῆς Ἐκκλησίας γιά ἀνακαίνιση.
Νά χαιρετίσουμε καί νά δεχθοῦμε τήν ζωήν ὄχι ὅπως τήν γνωρίζoμε στίς
βιολογικές της διαστάσεις, ἀλλά ὅπως τήν μεταστοιχείωσε ὁ Χριστός μέ
τήν δοκιμασία τοῦ τάφου καί τοῦ θανάτου.

Βέβαια, τάφος καί ζωή, θάνατος καί ἀνάστασις εἶναι ἔννοιες ἀντίθετες
καί ἀντιφατικές. Καί εἶναι φυσικό νά σκέπτεται ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὅταν
ὡς κριτήρια παίρνει τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου, καί ὄχι τήν Παντοδυναμία,
τήν Ἐλευθερία καί τήν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού προϋπάρχουν τοῦ κόσμου καί τοῦ
ἀνθρώπου.

Ὁ κόσμος, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀντικείμενο ἀπολύτου Ἀγάπης,
γιατί ὑπῆρξε προϊόν ἀπολύτου ἐλευθερίας. Ποιός, λοιπόν, μπορεῖ νά θέσει
ὅρια καί φραγμούς σέ μιά ἀπόλυτη, σέ μιά ἐλεύθερη Ἀγάπη, καί μάλιστα
ὅταν πρόκειται γιά τήν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Τί εἶναι ἡ πείρα μας καί ἡ λογική
μας μπροστά στήν ἄβυσσο τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ;

Αὐτή ἡ Ἀγάπη ἐσαρκώθηκε γιά νά τήν ψηλαφήσωμε.

Αὐτή ἡ Ἀγάπη ἐσταυρώθηκε γιά νά τήν κοινωνήσωμε «λύτρον ἀντί πολλῶν».

Μπροστά, λοιπόν, σ’ αὐτήν τήν ἀνήκουστη κοσμογονία τῆς Ἀγάπης, ὅσο σκοτάδι
κι’ ἄν συνοδεύει ἀκόμη τήν ζωή μας, ἡ Ἐκκλησία τονίζει ὕμνον παναρμόνιον:

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός
οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια·
ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις,
τήν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται».

Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας.

Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί τέκνα τῆς Ἐκκλησίας περιπόθητα,

«Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται…
Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν…
Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς!»

Καί μόνον οἱ τρεῖς αὐτοί ἐπιγραμματικοί στίχοι ἀπό τόν Πασχαλινό Κανόνα ἀρκοῦν, γιά νά μᾶς ὑποτυπώσουν τί εἶναι τό Χριστιανικό Πάσχα, ὡς τό μοναδικό Ἀπόλυτο μέσα στήν Ἱστορία.
Τό Πάσχα -ὡς ἡ «ἑορτή τῶν ἑορτῶν»- δέν εἶναι ἐπέτειος. Τό Πάσχα δέν εἶναι παρελθόν πού πρέπει νά μή λησμονηθεῖ. Εἶναι ἡ αἰωνιότητα μέσα στόν χρόνο, τό ἀπαραβίαστο καί ἀδιάλειπτο παρόν τοῦ Θεοῦ.

Ἄν ἑορτάζομε μιά φορά τόν χρόνο ὁλόκληρη τήν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ὑπενθυμίσομε τήν ἱστορική ἀλληλουχία τῶν γεγονότων, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἔχομε Πάσχα μόνο μιά φορά τόν χρόνο.

Πάσχα εἶναι ἡ κάθε Κυριακή μας, ἡ κάθε Λειτουργία μας. Γιατί Πάσχα γιά τούς Χριστιανούς δέν εἶναι ἐπέτειος, δηλαδή ἱστορική μνήμη, ἀλλά λειτουργικό γεγονός. Εἶναι καθημερινή ἱερουργία «κατά πάντα καί διά πάντα». Πάσχα μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Ἡ ἑβραϊκή λέξη «Πάσχα», πού θά πεῖ «διάβαση», «πέρασμα», γιά τούς Ἑβραίους σημαδεύει κάποιο συγκεκριμένο ἀνεπανάληπτο χρόνο στήν Ἱστορία τους: Τό πέρασμα τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης.

Σέ μᾶς, τό πέρασμα καί ἡ διάβαση δέν εἶναι χρόνος, ἀλλά τρόπος ὑπάρξεως. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς ἡ διαρκής ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Πατρός: «Καί γάρ τό Πάσχα ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός» (Α΄ Κορ. 5, 7).

Ὄχι λοιπόν ὁ χρόνος, ἀλλά ὁ τρόπος, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, εἶναι τό Πάσχα μας. Ὁ τρόπος εἶναι ἡ δυνατότητα ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, πού τήν ἐγγυᾶται ὁ Θεός.

Τό νά εἶσαι, μέσα στήν καλπάζουσα ἀλλοτρίωση «τέκνον υἱοθεσίας», τό νά εἶσαι «φῶς ἐν σκότει», «ζωή ἐν τάφῳ», «πλατυσμός ἐν θλίψεσι», εἶναι μιά ἄλλη τάξη πραγμάτων πού δέν τήν γνωρίζει ὁ κόσμος, μήτε τήν διδάσκει ὁ χρόνος.

Αὐτή τήν τάξη πραγμάτων μᾶς ἔδειξε ὁ Χριστός μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του, γενόμενος «πρωτότοκος πάσης Κτίσεως» (Κολοσ. 1, 15).

Αὐτῷ ἡ δόξα καί ἡ προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί «τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἐκκλησίας»,

Γιά μιά ἀκόμη φορά μᾶς ἀξίωσεν κι’ ἐφέτος ἡ χάρις τοῦ Παναγάθου Θεοῦ νά φθάσωμεν εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν καί νά βιώσωμε λατρευτικῶς τούς χαρακτηριστικούς σταθμούς τῆς νηστείας καί προσευχῆς, ὅπως ἀπό αἰώνων εἶχαν προνοήσει νά τούς θεσπίσουν οἱ εὐλαβεῖς Προπάτορες μας, «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι».

Καί εἶναι ὄντως ἀληθές ὅτι, κατά τήν διάρκειαν ὁλοκλήρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, δέν ὑπάρχει ἄλλη περίοδος τόσον πλουσία εἰς καθαρμούς ἐναλλασσομένων τελετῶν, ὅπως συμβαίνει κατά τήν εὐλογημένην αὐτήν περίοδον.

Τί νά ἀναφέρει κανείς πρῶτον καί τί ὕστερον ἀπό τήν ἀπέραντον αὐτήν πνευματικήν πορείαν καί πανδαισίαν: Αἱ Κυριακαί τοῦ Τριωδίου, τά Ψυχοσάββατα καί οἱ Χαιρετισμοί τῆς Θεοτόκου, ὁ θεῖος Εὐαγγελισμός τῆς Παναγίας καί αἱ πέντε Κυριακαί τῶν νηστειῶν, ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων καί αἱ συγκλονιστικαί ἡμέραι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος μέ τά φρικτά πάθη καί τήν λαμπροφόρον τοῦ Κυρίου Ἀνάστασιν.
Τοιουτοτρόπως, φθάνομεν αἰσίως εἰς τόν ὄρθρον τῆς Ἀναστάσεως, κατά τόν ὁποῖον ἡ φιλόστοργος Μήτηρ Ἐκκλησία ἀπευθύνεται πρός πάντας ἀνεξαιρέτως τούς πιστούς μέ τό

«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός,
καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Καί βεβαίως ἀπό τήν προθυμίαν ἑνός ἑκάστου νά ἀνταποκριθεῖ εἰς τό κάλεσμα, θά ἐξαρτηθεῖ ὁπωσδήποτε καί ὁ φωτισμός τόν ὁποῖον ἕκαστος θά δεχθεῖ.

Ὅμως, ἐπειδή ἀκριβῶς τό κάλεσμα εἶναι πάνδημον, πρέπει νά λεχθεῖ ἀπεριφράστως ὅτι δέν εἶναι κυρίως ὁ ὑποκειμενικός παράγων πού μᾶς εἰσάγει εἰς τήν λυτρωτικήν διαδικασία τῆς καταργήσεως τοῦ θανάτου, ἀλλά ἡ πανσθενουργός δύναμις τοῦ θανάτῳ τόν θάνατον πατήσαντος Θεανθρώπου Χριστοῦ.

Ὁ θάνατος καί ἡ Ἀνάστασις τοῦ Θεανθρώπου κηρύσσονται ἀπό τόν Ἀπ. Παῦλον ὡς ἡ ἐγγύησις καί τῆς ἰδικῆς μας Ἀναστάσεως, ἐφ’ ὅσον τό βάπτισμά μας εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἐξασφαλίζει ὄχι ἁπλῶς μίαν ἠθικήν βελτίωσιν τοῦ προτέρου βίου μας, ἀλλά μίαν ριζικήν ἀνακαίνισιν «διά τῆς δόξης τοῦ πατρός»:

«συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον,
ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός,
οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν».
(Ρωμ. 6,4)

Ἀλλά, ἐάν ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ διά τόν Ἀπ. Παῦλον εἶναι ἄμεσον αἴτημα «τῆς δόξης τοῦ Πατρός», διά τόν Εὐαγγελιστήν Ἰωάννην ἡ ἰδική μας Ἀνάστασις εἶναι ὁ καρπός τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διά τόν πιστεύοντα ἄνθρωπον, μιᾶς Ἀγάπης τόσον ἰσχυρᾶς, ὥστε ἀκόμη καί τήν θυσίαν τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ νά ἀπαιτήσει:

«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον,
ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν,
ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται,
ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον».
(Ἰω. 3,16)

Εἰς τόν ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων θανόντα καί ἀναστάντα Κύριον Ἰησοῦν πᾶσα ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας.
Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί «τέκνα φωτόμορφα τῆς Ἐκκλησίας»,

Ἰδού καί πάλιν ἐνώπιόν μας ἡ εὐλογημένη Πασχάλιος εὐφροσύνη, ἡ ὁποία, ὡς ἡ κορύφωση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ μας Ἔτους, ἔρχεται – μετά τούς καθαρμούς τοῦ ἱεροῦ Τριῳδίου καί τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς – νά ἐπιβραβεύσει τό πένθος καί τούς θρήνους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, διά τοῦ ἀναστασίμου παιάνος «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»!

Ἡ σταθερά ἐπανάληψις τῆς ἐν προκειμένῳ παραδοσιακῆς δραματουργίας, ἀποτελεῖ κάθε χρόνο τήν μεγάλη ἔκπληξη γιά ὁλόκληρο τόν λαό τοῦ Θεοῦ, Κληρικούς καί Λαϊκούς ἀδιακρίτως, ὁ ὁποῖος, φαιδρυνόμενος, σπεύδει νά ὁμολογήσει ὅτι, ὄντως

«Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται»!

Καί ἡ συνέχεια, ὅμως, τοῦ Πασχαλίου Κανόνος εἶναι ἐξόχως εὔγλωττη γιά τά αἰσθήματα ὄχι μονάχα τοῦ ἱεροῦ Ὑμνογράφου, ἀλλά ἐξίσου καί γιά τήν κατάνυξη τῶν πιστῶν:

«…Πάσχα καινόν, ἅγιον, Πάσχα μυστικόν,
Πάσχα πανσεβάσμιον,
Πάσχα, Χριστός ὁ λυτρωτής,
Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν,
Πάσχα τάς πύλας ἡμῖν τοῦ παραδείσου ἀνοίξαν,
Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς».

Πάντως ἡ βιβλική λέξη «Πάσχα», πού ὅπως γνωρίζομε σημαίνει «πέρασμα» (ἀπό μιά κατάσταση σέ μιά ἄλλη), δέν θά μποροῦσε νά ἐκφράσει τό μυστήριο τῆς σωτηρίας ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἄν δέν ἐταύτιζε ὁ Πασχάλιος Κανόνας τῆς Ὑμνολογίας μας τόν ἴδιον τόν θυσιασθέντα Θεάνθρωπον Χριστόν μέ τήν λέξη «Πάσχα»!
Μέ ἄλλα λόγια, τό Πάσχα δέν εἶναι χρόνος μήτε τρόπος Ἑορτῆς. Ὁ ἴδιος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ θανών καί ἀναστάς ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων, ὀνομάζεται «Πάσχα»: «Πάσχα Χριστός ὁ λυτρωτής»!

Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος διά τόν ὁποῖον ὁ Ἀπ. Παῦλος ἐπισημαίνει πρός ὅλους τούς πιστούς τήν ἄμεση σχέση πού ἔχει τό βάπτισμά μας μέ τόν θάνατον καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ:

«συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν»
(Ρωμ. 6,4)

Ὅταν ὅμως ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς καλεῖ «νά περιπατήσωμεν ἐν καινότητι ζωῆς», δέν ὑποδεικνύει ἁπλῶς μιά εὐλαβέστερη ζωή μετά τό βάπτισμα. Ἡ διά τοῦ βαπτίσματος καινή ζωή, πού ὁπωσδήποτε προϋποθέτει τόν θάνατο τῆς προηγουμένης ζωῆς ἐν φιλαυτίᾳ, εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου «ζωή ἐν Χριστῷ». Γι’ αὐτό καί μᾶς χαρίζεται, «διά τῆς δόξης τοῦ Πατρός», ὁπότε καί μετέχομε τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι «συγκληρονόμοι» τῆς βασιλείας Του.

Εἰς τόν ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων, παθόντα καί ἀναστάντα Κύριον τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, πᾶσα τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας.
Ἀμήν!

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ἀδελφοί Συλλειτουργοί καί τέκνα περιπόθητα ἐν Χριστῷ ἀναστάντι,

Ἡ Χάρις τοῦ Παναγάθου καί Φιλανθρώπου Θεοῦ μᾶς ἀξίωσε νά διαπλεύσωμε κι’ ἐφέτος τό πέλαγος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί νά βαδίσουμε, μέσ’ ἀπό τά φρικτά Πάθη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἰς τόν λυτρωτικό θρίαμβο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία, ὡς φιλόστοργος Μήτηρ, ἀπευθύνει μέν πρός ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς πιστούς τό «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός», ἀλλά ὁ φωτισμός ἑνός ἑκάστου ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπό τήν προθυμία μέ τήν ὁποία δέχεται τό κάλεσμα.

Ὁ Ἀπ. Παῦλος, γράφοντας πρός Ρωμαίους, ἐπισημαίνει κατηγορηματικά τήν ἄμεση σχέση πού ἔχει τό βάπτισμά μας μέ τόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ:

«συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τόν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστός ἐκ νεκρῶν διά τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καί ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν». (Ρωμ. 6,4)

Ἰδού, λοιπόν, ὅτι διά τοῦ βαπτίσματος εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ γινόμεθα μέτοχοι τοῦ θανάτου Ἐκείνου, καί καθιστάμεθα «διά τῆς δόξης τοῦ πατρός» συγκληρονόμοι τῆς βασιλείας Του.

Ὅταν ὅμως ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς καλεῖ «νά περιπατήσωμεν ἐν καινότητι ζωῆς» δέν προδιαγράφει γιά τόν κάθε πιστό μιά ἁπλῶς εὐλαβέστερη, δηλαδή «ἠθικώτερη» ζωή, μετά τό βάπτισμα. Ἡ «καινή ζωή» προϋποθέτει μιά ἐκ βάθρων ριζική ἀνατροπή ὁλοκλήρου τοῦ προτέρου βίου μας «ἐν φιλαυτίᾳ», ὥστε νά ἀναλάβωμεν ἐν μετανοίᾳ τόν «φωτεινό χιτῶνα» τοῦ βαπτίσματος καί νά πορευθοῦμε ὑπεύθυνα πρός πάντας τούς συγχρόνους μας συνανθρώπους, κηρύττοντας πρός αὐτούς ἀδιακρίτως «Ἰησοῦν Χριστόν, καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α’ Κορ. 2,2).

Ὀφείλομε δηλ. νά γνωρίζομεν, ἀλλά καί νά ὁμολογοῦμε πρός πάντας ἀνθρώπους ὅτι ἡ «καινή ζωή» μας ἐν Χριστῷ, δέν ὀφείλεται σέ δική μας ὁποιουδήποτε βαθμοῦ «ἀξιομισθία», ἀλλά εἰς τήν σταυρική θυσία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.

Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἄκρα τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπία, πού ἀπευθύνεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἰδιαιτέρως ἐπεσήμανε ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὅταν ἔλεγε:

«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». (Ἰω. 3,16)

Ἑπομένως, ἡ «αἰώνιος ζωή», τήν ὁποίαν διά τῆς Ἀναστάσεώς Του μᾶς «ἐκληροδότησεν» ὁ ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων θανών καί ἀναστάς Κύριος, τό μόνον πού ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι νά τήν ἀποδεχθεῖ «ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ», δηλ. ἐν ταπεινώσει καί εὐγνωμοσύνῃ.

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον, κατά τόν Ὄρθρον τῆς Ἀναστάσεως, ψάλλομε ἐν κατανύξει:

«Τήν ἀνάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ

ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς

καί ἡμᾶς τούς ἐπί γῆς καταξίωσον

ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ Σέ δοξάζειν».

Τῷ ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων θανόντι καί ἀναστάντι Χριστῷ ἡ δόξα καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας.

Ἀμήν!

 

Διάπυρος εὐχέτης ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι

Ὁ Αὐστραλίας  Σ Τ Υ Λ Ι Α Ν Ο Σ