( skip to main content )

Assistant Bishops

View in:
English

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Δέρβης κ. Ἰεζεκιήλ

His-Grace-Bishop-Ezikiel-of-Dervis Final

Έγεννήθη τό 1938 εἰς τόν Ἀκρίτα Κιλκίς τῆς Μακεδονίας. Ἀπεφοίτησε τό 1962 ἐκ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης. Ἐχειροτονήθη Διάκονος τόν Ἰούλιο τοῦ 1962 εἰς Κωνσταντινούπολιν καί τόν Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ἔφθασε εἰς τό Σύδνεϋ. Μετά τήν χειροτονίαν του εἰς Πρεσβύτερον, ὑπηρέτησεν εἰς τόν Ἱ. Ναόν τοῦ Ἁγίου Γερασίμου Leichhardt Σύδνεϋ καί ἀκολούθως ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος εἰς τόν Ἱ. Ναόν τῶν Ἁγίων Πάντων Belmore NSW ἐπί 15 ἔτη. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τήν 1ην Μαρτίου 1977 ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑπό τόν ψιλόν τίτλον Δέρβης καί διωρίσθη Βοηθός Ἐπίσκοπος παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Ἀρχιεπισκόπῳ Αὐστραλίας κ.κ. Στυλιανῷ. Ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος ὑπηρέτησε τρία χρόνια εἰς τήν Πέρθη καί πέντε εἰς τήν Ἀδελαΐδα. Ἀπό τό 1984 ὑπηρετεῖ ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου εἰς τήν Μελβούρνην.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀπολλωνιάδος κ. Σεραφείμ

Bishop-Seraphim-Final

Γεννήθηκε τό 1949 στήν Ἀθήνα καί μετά τό τέλος τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν στό Χαλάνδρι Ἀττικῆς καί μετά τήν στρατιωτική του θητεία, φοίτησε στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στήν συνέχεια ἔκανε μεταπτυχιακές σπουδές στό τμῆμα Πρακτικῆς Θεολογίας τοῦ ἰδίου Πανεπιστημίου. Χειροτονήθηκε Διάκονος τό 1975 καί στά τέλη τοῦ ἰδίου χρόνου Πρεσβύτερος καί ὑπηρέτησε γιά τέσσερα χρόνια στήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Θυατείρων καί Μεγάλης Βρεττανίας. Τό 1980 ἐγγράφηκε στήν Ἱ. Μητρόπολη Νέας Κρήνης καί Καλαμαριᾶς, ὅπου ὑπηρέτησε ἐπί ἑξαετία ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς καί ὡς ὡρομίσθιος Καθηγητής στό Γυμνάσιο Ν. Κρήνης.

Τό 1986 ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανός τόν μετεκάλεσε στήν Πέμπτη Ἤπειρο καί τόν τοποθέτησε ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενον εἰς τόν Ἱ. Ἀρχιεπισκοπικόν Ναόν Ἁγ. Εὐσταθίου, καθώς καί εἰς τά ἐν Μελβούρνῃ Γραφεῖα τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, πλησίον τοῦ Θεοφ. Βοηθοῦ Ἐπισκόπου Δέρβης κ. Ἰεζεκιήλ. Ταυτοχρόνως ἐδίδασκε στό Ἡμερήσιο Δίγλωσσο Κολλέγιο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Oakleigh, Νέα Ἑλληνικά καί Θρησκευτικά. Τήν 12ην Μαρτίου 1991 ἐξελέγη παμψηφεί Ἐπίσκοπος, ὑπό τόν ψιλόν τίτλον Ἀπολλωνιάδος καί τοποθετήθηκε ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου στό Σύδνεϋ καί Πρωτοσυγκελλεύων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας. Διδάσκει εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἀποστ. Ἀνδρέου καί ἀπό τοῦ ἔτους 1996 τοῦ ἀνετέθησαν καθήκοντα Ἀναπληρωτοῦ Κοσμήτορος αὐτῆς.

Εἶναι μέλος τοῦ Consolidated Trust τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Θεολογικῶν Κολλεγίων τοῦ Σύδνεϋ (SCD) καί μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ἐν Σύδνεϋ Ὀργανισμοῦ τῶν Γηροκομείων-Γηριατρείων τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς «Βασιλειάς».

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Δορυλαίου κ. Νίκανδρος

Bishop-Dorileou-Final

Έγεννήθη ἐν Στύροις Καρυστίας τό ἔτος 1947. Ἐσπούδασεν εἰς τήν Θεολογικήν Σχολήν τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, λαβών τό πτυχίον τό 1974. Παρηκολούθησεν ἐπί τριετίαν μαθήματα εἰς τήν Νομικήν Σχολήν τοῦ Ἐθνικοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Διάκονος ἐχειροτονήθη τό 1969, Πρεσβύτερος δέ τό 1970. Διετέλεσε Πρωτοσύγκελλος (1974-1989) καί Ἐφημέριος (1970-1989) τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καρυστίας καί Σκύρου.

Ἀπό τοῦ ἔτους 1989 ἀνέλαβεν Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος Παλαιοῦ Φαλήρου-Ἀλίμου καί Γραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης. Ὑπηρέτησεν ἐπί δεκαοκτώ συναπτά ἔτη ὡς Θεολόγος Καθηγητής τῆς Δευτεροβαθμίου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως.

Ἀπό τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 2000 ὑπηρέτησεν εἰς τήν Ἱεράν Ἀρχιεπισκοπήν Αὐστραλίας ὡς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννου εἰς Κάρλτον Βικτωρίας. Τήν 5ην Δεκεμβρίου 2000, μετά πρότασιν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Κυρίου Κυρίου ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, ἐξελέγη ὁμοφώνως, ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Σεβασμιωτάτου, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Δορυλαίου. Τήν 25ην Φεβρουαρίου 2001 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος, εἰς τόν Καθεδρικόν Ἱερόν Ναόν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Σύδνεϋ, ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Κυρίου Κυρίου ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ καί τῶν Βοηθῶν Αὐτοῦ Ἐπισκόπων, ἐν συνεχείᾳ δέ ἐτοποθετήθη ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος Αὐτοῦ εἰς τήν Πέμπτην Ἀρχιεπισκοπικήν Περιφέρειαν (Δυτική Αὐστραλία), ἀπό δέ τῆς 26ης Ἰουνίου 2002 ὑπηρετεῖ, ἐπίσης, ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Σεβασμιωτάτου καί εἰς τήν Τρίτην Ἀρχιεπισκοπικήν Περιφέρειαν (Νότιος καί Βόρειος Αὐστραλία).

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Μιλητουπόλεως κ. Ἰάκωβος

Bishop Iakovos

Γεννήθηκε τό 1966 στό προάστιο Kogarah τοῦ Σύδνεϋ, περατώσας τάς γυμνασιακάς του σπουδάς στό Model Farms High School εἰς Baulkham Hills τό 1983.

Ἐφοίτησε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀποστ. Ἀνδρέου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας ἀπό τό ἔτος 1992 ἕως τό 1996, καί ἐν συνεχείᾳ παρηκολούθησε τριετές πρόγραμμα μεταπτυχιακῶν σπουδῶν, εἰς τό Sydney College of Divinity.

Χειροτονήθηκε Διάκονος τό 1993 ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας κ.κ. Στυλιανοῦ, ὑπηρετήσας ἐπί ἑξαετίαν ὡς Πρωτοδιάκονός του, καί παράλληλα διετέλεσε Ἐπιμελητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, μέχρι τοῦ ἔτους 2001.

Τό 1999 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ὑπό τοῦ ἰδίου Ἀρχιεπισκόπου, μετωνομασθείς ἀπό Ἰωάννης εἰς Ἰάκωβον, πρός τιμήν τοῦ ἀειμνήστου Σχολάρχου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης καί Γέροντος τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου Ἰκονίου κυροῦ Ἰακώβου.

Τό 2000 ἔλαβε τό Ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.

Ἀπό τῆς εἰς Πρεσβύτερον χειροτονίας του, ὑπηρέτησεν ἐν Σύδνεϋ εἰς τόν Καθεδρικόν Ἱερόν Ναόν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Redfern καί εἰς τήν Ἐνορία-Κοινότητα Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Kogarah.

Τό 2002 μετετέθη ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου εἰς Μελβούρνην, διορισθείς Ἱερατικῶς Προϊστάμενος εἰς τήν μεγαλώνυμον Ἐνορία-Κοινότητα Ἁγίων Ἀναργύρων Oakleigh, καθώς καί εἰς τά ἐν Μελβούρνῃ Γραφεῖα τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς, πλησίον τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Δέρβης κ. Ἰεζεκιήλ, ὅπου ὑπηρέτησεν μέχρι τῆς εἰς Ἐπίσκοπον ἐκλογῆς του.

Τήν 11ην Ἰανουαρίου 2011, ἐξελέγη παμψηφεί Ἐπίσκοπος, ὑπό τόν ψιλόν τίτλο Μιλητουπόλεως, καί ὑπηρετεῖ στή Μελβούρνη (Τομεύς Β´).

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ